Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Κώστας Κοντοδήμος, Η νύχτα που το στρατόπεδο μύρισε κέδρο (1989)

Υπηρετούσε στο Λιτόχωρο, τώρα. Ταχυδρομικός, είχε κάποιο μέσον ο πατέρας του, τον βάλανε εκεί -- είναι καλύτερα, του είπαν. Προβλήματα δεν δημιουργούσε, λόγω ηλικίας δεν του κάνανε καψόνια, ε, λίγο απομονωμένος ήτανε, πάντως είχε μερικούς φίλους, βγαίνανε και πίνανε κανα ποτήρι.
Σάββατο. Έντεκα το βράδυ, έκλεισε το βιβλίο, το τακτοποίησε δίπλα στο χρηματοκιβώτιο κι επανέλαβε το νυχτερινό πρόγραμμα των δέκα μηνών της θητείας του: Αδειασμα καλαθιού αχρήστων, πρόχειρο ξεσκόνισμα του ταχυδρομείου, πλύσιμο δοντιών και ξύρισμα γονατιστός στο βρυσάκι του κήπου, να 'ναι έτοιμος το πρωί, επιστροφή και διπλοκλείδωμα -- τα λεφτά των επιταγών γαρ. Έβγαλε αρβύλες και φόρμα, έφερε και το τρανζιστοράκι κοντά του να σπάει τη μονοτονία και να μην ακούει την βροντώδη αναγνώριση που έκανε ο νέος σκοπός.
Η πόρτα χτύπησε δυνατά κι ενοχλητικά, σαν κάθε πόρτα που χτυπάει για να σε ξυπνήσει.
«Αντε και γαμήσου, ρε Σταύρο, νυχτιάτικα» φώναξε και άλλαξε πλευρό. Του την έκανε συχνά αυτή τη δουλειά ο σιτιστής. Έπαιρνε τη διανυκτέρευση, τά 'πινε ως τις τρεις το πρωί κι έπειτα, επειδή ντρεπότανε να πάει σπίτι του σουρωμένος, πήδαγε τη μάντρα κι ερχόταν στο ταχυδρομείο για να ξενερώσει κουβεντιάζοντας. Η πόρτα ξαναχτύπησε.
«Α στο διάλο» σηκώθηκε, κρύωνε κιόλας γιατί είχε σβήσει η ξυλόσομπα. Ξεκλείδωσε και χώθηκε πάλι κάτω απ' τις κουβέρτες.
«Πρέπει να ανοίξεις την πόρτα για να περάσω» είπε μια -- ασυνήθιστα λεπτή κι ευγενική, τουλάχιστον για σιτιστή -- φωνή.
«Ξεκλείδωτα είναι».
«Πρέπει να μου ανοίξεις εσύ» -- η φωνή είχε γίνει σχεδόν επιτακτική. Σηκώθηκε, όχι τόσο γιατί η φωνή ήταν επιτακτική, αλλά γιατί ήταν... γυναικεία.
Ανοιξε την πόρτα.
Το ζευγάρι πέρασε μέσα. Στάθηκαν κι οι δυο μπροστά στο πλαίσιο των επιταγών. Αν ήταν φάρσα, ήταν φοβερή. Κάθισε στο κρεβάτι -- φάτσα τους -- και τους κοίταζε με το στόμα ορθάνοιχτο.
Ήταν σκοτάδι κι όμως μπορούσε να τους δει -- να τους μελετήσει απ' την κορφή ως τα νύχια.
Ο άντρας ήταν καμμιά πενηνταριά χρονών, πολύ ψηλός και δεμένος, σαν συνταξιούχος παλαιστής ή νταβάς το πιο πιθανό -- άλλωστε το σφιχτό πρόσωπό του σημαδευόταν από μια βαθειά ουλή που ξεκίναγε πάνω απ' το δεξί μάτι, το οποίο έλειπε, κι έφτανε ως την άκρη των χειλιών του. Έδειχνε όμως αριστοκράτης, έτσι με τα ασημιά μαλλιά του, το κατάμαυρο κοστούμι με τη χρυσαφιά καρφίτσα στη μαύρη -- πάλι -- γραβάτα. Στηριζόταν σ' ένα ασημί και μαύρο μπαστούνι που ακούμπαγε στο δάπεδο μέσω τριών κεφαλιών που -- σαν κέρβερος -- στόλιζαν τη βάση του.
Αξιζε τον κόπο μιας προσεκτικότερης μελέτης ο προσκεκλημένος, μόνο που κάτι τέτοιο δεν έγινε, αφού δίπλα του στεκόταν η Γυναίκα.
«Η γυναίκα» συνήθιζε να λέει στις παρέες, μετά από κάποια ποτηράκια «δεν έχει ποτέ συγκεκριμένη ηλικία. Έχει μόνο γέννηση, ωρίμανση, γέννα και θάνατο».
Όμως το πλάσμα που στεκόταν μπροστά του, όχι μόνο δεν είχε ηλικία, αλλά και τίποτα δεν έδειχνε πως μπορούσε κάποτε να έχει γεννηθεί, να έχει κάνει έρωτα, να επαναληφθεί με αναπαραγωγή κι αποκλειόταν ποτέ να πεθάνει.
Ήταν ψηλή, ίσως κι ένα εβδομήντα πέντε. Τα μαλλιά της, ίσια και μακριά, πέφταν πολύ κάτω απ' τους ώμους-- όμως δεν είχαν σαφές χρώμα. Σαν φωτισμένα από φωτορρυθμικό, κυματιστά άλλαζαν χρωματισμούς και αποχρώσεις απ' τις πιο γήινες ως τις πλέον ονειρικές, σαν κάθε μια και κάθε τι που είχε -- ως τότε -- αγαπήσει ή ονειρευτεί.
Είχε δέρμα λευκό, κανονικά λευκό, εννοώ: Σαν χαρτί. ένα δέρμα που στήριζε ένα ουράνιο τόξο από μαλλιά. Είχε τεράστια γκρίζα μάτια, τα χείλη της χρωματιζόντουσαν από ένα νεκρικό μωβ. Το άσπρο φόρεμα φέγγιζε και, παρ' ότι ριχτό, κολλούσε πάνω της -- κάθε σημείο αναφοράς του φύλου της χρύσιζε μέσα απ' το ρούχο. Κάθε δάχτυλο των χεριών της ήταν στολισμένο μ' ένα τουλάχιστον χρυσό δαχτυλίδι, ήταν ξυπόλητη, τα νύχια ποδιών και χεριών φωσφόριζαν.
Όχι, δεν ήταν φάρσα. Ούτε στα έργα δεν γίνονται αυτά. Όνειρο ήταν. Όμορφο όνειρο. Αποφάσισε να το συνεχίσει.
Κοίταζε ακόμα την κοπέλα -- όχι πια με την εξεταστική ματιά του μελετητή ενός έργου τέχνης, αλλά με το πάθος ενός γοητευμένου αρσενικού.
Ο άνδρας του ζευγαριού είπε: «Είσαι σίγουρη ότι είναι αυτός;»

Η γυναίκα άνοιξε το φοριαμό, έβγαλε από την αριστερή τσέπη του παντελονιού του το πορτοφόλι και πρότεινε την κίτρινη ταυτότητα στον συνοδό της. Όλα αυτά με τέτοια φυσικότητα που θα έπειθαν όχι μόνο εκείνον, αλλά τον καθένα ότι ζει ένα όνειρο. Ο άνδρας επέστρεψε την ταυτότητα χαμογελώντας, αποκαλύπτοντας υπερβολικά μακρείς κυνόδοντες [Από τα όνειρα σπάνια λείπουν οι βρυκόλακες. Το πρόβλημα είναι η ζωή, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία].
«Καλό βράδυ» είπε στην κοπέλλα ο πενηντάρης. Και σ' εκείνον: «Σε παρακαλώ, στρατιώτη, μου ανοίγεις την πόρτα ... » Ο στρατιώτης του άνοιξε, ο κύριος βγήκε, ο στρατιώτης πήγε και κάθισε στο κρεβάτι για να ρουφήξει την εικόνα της γυναίκας, που σταμάτησε να κοιτάζει τα συστημένα γράμματα, και τον πλησίασε. Στάθηκε μπροστά του, το φόρεμά της ακούμπησε το πρόσωπό του -- αυτός ανατρίχιασε.
Κι ο κόσμος ολόκληρος μύρισε το άρωμά της: κέδρος.
Τα δαχτυλίδια της σχεδόν τον πλήγωσαν, καθώς τον τράβηξε κι έσφιξε το πρόσωπό του στο στήθος της. Έμειναν έτσι για μερικές στιγμές, στιγμές που εκείνος χάθηκε μέσα τους, ταξιδεύοντας πίσω, σε κάθε δευτερόλεπτο που είχε ζήσει.
Τον άφησε κι έκανε δυο βήματα πίσω, έτσι που να μπορεί να την βλέπει ολόκληρη.
«Θες να πάμε μια βόλτα;» τον ρώτησε.
Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Πολύ περισσότερο αφού η γυναίκα, γονατισμένη, είχε αρχίσει να του φορά το παντελόνι. Σηκώθηκε όρθιος. Είχε χάσει πια κάθε έλεγχο. Αρκείτο να χαϊδεύει τα πολύχρωμα μαλλιά της, καθώς εκείνη του έδενε τα κορδόνια απ' τις αρβύλες. Τον έντυσε τέλεια, κούμπωσε κάθε τσέπη, όπως προβλέπεται. Πριν του φορέσει το τζόκεϋ τον φίλησε στο μέτωπο. Και στάθηκε στην πόρτα.
«Πρέπει να την ανοίγεις πάντα εσύ».
Την άνοιξε. Βγήκε πρώτη εκείνη, του πρότεινε το χέρι. Το έπιασε σαν για να κρατηθεί στη ζωή ή στο θάνατο. 'Η σε κάτι που έμοιαζε πολύ και στα δυο.
Προχώρησαν. Όχι κάπου συγκεκριμένα. Απλώς προχώρησαν μέσα στο στρατόπεδο. Ένας φαντάρος με φόρμα αγγαρείας και τζόκεϋ κι ένα ξυπόλητο κορίτσι με άσπρο -- σαν χαρτί -- δέρμα, μαλλιά που άλλαζαν χρώμα, νύχια που φωσφόριζαν...
«Αλτ, τις ει;» τους έκανε αναγνώριση ο νέος. Δεν έδωσαν σημασία. «Αλτ, τις ει;» επανέλαβε.
«Έλα ρε σειρά, ο ταχυδρόμος είμαι».
«Αλτ. Κανείς δεν περνάει αν δεν ξέρει τα συνθηματικά» · ο σκοπός είχε πάρει στα πολύ σοβαρά τον ρόλο του. Ψιθύρισε κι ένα νούμερο.
«Έξι» είπε με τη φωνή του συνοδού της η κοπέλα.
«Προχώρα στο παρασύνθημα».
«Αλάβαστρος».
«Ελεύθερος. Εξωτερική είσαι;» ρώτησε και του πρότεινε το βιβλίο.
«Εγώ δεν είμαι εξωτερική. Εσύ είσαι μαλάκας. Για κατούρημα πάω» είπε. Και στο κορίτσι: «Ευτυχώς που ήξερες τα συνθηματικά. Είναι ψώνιο ο τύπος».
Πριν τον φιλήσει, του χαμογέλασε. Τα μάτια της έλαμπαν σαν κάποιος να 'χε ρίξει, σπασμένον, έναν ολόκληρο αστερισμό στο καθένα τους. Τα δόντια της ήταν υπέροχα στοιχισμένα και έτσι τα δυο που εξείχαν δεν δίναν την αποκρουστική εικόνα των βρυκολάκων στα γκραν γκινιόλ έργα. Αντίθετα τον προκαλούσαν να τα αγγίξει ελαφρά με τα δάχτυλα. Πράγμα που έκανε, άλλωστε.
Βρέθηκαν στον όρχο, να την ξεναγεί στις καναδέζες, τα τζιπ και τα στάγιερ, να γελάνε με το σαράβαλο το ασθενοφόρο.
«Ελα, έχει πλάκα να το δεις από μέσα!».
Το κορίτσι στεκόταν με τα μάτια της στραμμένα προς το έδαφος. Δεν χαμογελούσε πια.
«Το σημάδι» είπε.
«Τι πράγμα;».
«Το σημάδι».
Γύρισε κι είδε τον κόκκινο σταυρό.
«Α ναι» χαμογέλασε. «Ξέχασα πως είσαι βαμπίρ». Την αγκάλιασε και προχώρησαν προς τα μαγειρεία, που για πρώτη φορά στην ιστορία του ενδόξου ελληνικού στρατού μύρισαν κέδρο.
«Δεν σ' ενοχλούν οι σταυροί της σημαίας που είναι παντού;» τη ρώτησε.
«Τους υπερασπίζεσαι εσύ» του απάντησε κολλώντας πάνω του.
Συνέχισαν τη βόλτα στο στρατόπεδο. Οι άλλοι σκοποί δεν τους ενόχλησαν. «Ένας ακόμα παιγμένος, που δεν έχει ύπνο».
Είχαν φτάσει, πια, μπροστά στο διοικητήριο. Έκατσαν απέναντι απ' την είσοδο στα παγκάκια. Το συντριβάνι ειδικά εκείνη τη νύχτα δούλευε.
«Ποια είσαι;» ρώτησε, έτσι, για να ρωτήσει. Το κορίτσι σηκώθηκε, στήριξε τα χέρια στους ώμους του κι άφησε τα μαλλιά της να πέσουν και να τυλίξουν το κεφάλι του. Και τότε κατάλαβε. Αν και η λέξη κατάλαβε δεν του έλεγε τίποτα πια. Είδε:
Κάθε τρίχα των μαλλιών της ήτανε μια οθόνη. Και κάθε οθόνη μια ιστορία ζωής, έρωτα, θανάτου, κάθε στιγμή και μια τρίχα, κάθε στιγμή, κάθε τρίχα, μια ιστορία -- έγχρωμη υπερπαραγωγή, δίχως αρχή, δίχως τέλος, μόνο ζωή:
Ανθρωποι να προσπαθούνε να σωθούν από πλημμύρες, τελετουργίες των Ινκας, αρχαίοι ναοί και διαπλανητικά ταξίδια, εκτελέσεις αθώων και γλέντια τρομερά, μάγισσες να πεθαίνουν στην πυρά, παιδιά να φιλιούνται, παιδιά ν' αυτοκτονούν, συγγραφείς να γράφουν, διαμάντινα βραχιόλια κλεμμένα από χέρια πριγκιπισσών, ιππότες, σφραγίδες για φοβερά μυστικά, επαναστάσεις που χάθηκαν, επαναστάσεις που άλλαζαν τον κόσμο μια τελεία, άλλες που δεν τον άλλαζαν διόλου, όλα να μπλέκουν, καθώς τα μαλλιά κουνιόντουσαν με κάθε ελαφρό φύσημα του αέρα κι εκείνος θεατής, εκείνος πρωταγωνιστής και θεός, και η γυναίκα πάνω του να ψιθυρίζει μαγικά κάθε διάλογο κάθε ιστορίας και με τα δάχτυλα να του πιέζει τους ώμους. Κι αυτός να θέλει να τα δει, να τα μάθει να τα ζήσει όλα.
Της το είπε.
«Ναι» του απάντησε. «Έτσι θα γίνει».
Τράβηξε τα μαλλιά της, του έδωσε το χέρι της. Γύρισαν στο ταχυδρομείο. Της άνοιξε. Μπήκαν. Το κορίτσι με το χρώμα του χαρτιού έβγαλε το φόρεμα. Κι αν κάθε τρίχα των μαλλιών της ήταν και μια ιστορία, κάθε σημείο του άσπρου κορμιού της ήταν ολόκληρη η ιστορία ενός παρθένου, ανεξερεύνητου κι ανεξήγητου κόσμου.
Στάθηκε για λίγο μπροστά του, ντυμένη μονάχα έρωτα κι άρωμα κέδρου. Κι έπειτα έσκυψε να του βγάλει τις αρβύλες. Τον έγδυσε. Σαν μάγισσα, σαν πόρνη και σαν ντροπαλό κορίτσι που πρώτη φορά θα δει άνδρα γυμνό. Κι έπειτα ξάπλωσε δίπλα του. Κι ένιωσε το σώμα, το αίμα, τα χείλη και τα δόντια της.
Την επομένη όλοι σχολιάσαν τα κοψίματα στο λαιμό του· ήταν ο πιο έμπειρος, λόγω ηλικίας, στο ξύρισμα δεν κοβόταν ποτέ. Δεν απαντούσε, απλώς χαμογέλαγε. Χαμογέλαγε κι όταν ο μάγειρας πήρε τιμητική απ' τον Ταξίαρχο, γιατί δεν βρώμαγαν -- αντίθετα μύριζαν υπέροχα -- τα μαγειρεία, χαμογέλαγε ακόμα κι όταν έφαγε την δεκάρα ο οδηγός του ασθενοφόρου με τον μουτζουρωμένο με φούμο και λάσπη ερυθρό σταυρό.
Χαμογέλαγε ακόμα κι όταν ο τηλεφωνητής που διανυκτέρευε την προηγουμένη, τον ρώτησε τι ήταν αυτό που φώτιζε τη νύχτα το ταχυδρομείο.
«Θα σου δείξω κάποιο βράδυ» του είπε.
Και του έδειξε. Λίγα βράδια αργότερα, εκτός από το ταχυδρομείο άρχισε και το Κέντρο Επικοινωνιών να φωτίζεται μετά τα μεσάνυχτα κι έπειτα το ίδιο συνέβη με τη στρατονομία, τα εστιατόρια και το λόχο κι όλο το στρατόπεδο μύριζε κέδρο και έρωτα.
Ήρθαν έπειτα από μερικούς μήνες κι οι μεταθέσεις, σκόρπισαν, σκορπίσαμε όλοι οι φαντάροι της σειράς σε φρουρές τρίτου κύκλου, σ' όλη την Ελλάδα.
Και, με τον καιρό, ένα φωτάκι από 'δω, μια λάμψη από 'κει, και η χώρα ολόκληρη μοσχοβόλησε κέδρο κι έλαμψε από τους στρατώνες της και οι στρατιώτες μετέτρεψαν την πλήξη και το θάνατο σ' απορία, έκπληξη κι έρωτα. κι η αγγαρεία δεν σκούπιζε τα πρωινά τη χρυσόσκονη των ονείρων· κι οι υποθήκες των ηρωικών μας προγόνων χώθηκαν οριστικά στα μουσεία, να κάνουν παρέα στις νεκροκεφαλές τους· και τα ασθενοφόρα δεν είχαν πια σταυρούς, γιατί δεν χρειαζόντουσαν πια ασθενοφόρα.
Κι όλοι χαμογελούσαν, και κανείς επόπτης δεν τολμούσε να ενοχλήσει φαντάρο όταν εκείνος ονειροπολούσε στη σκοπιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου