Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

"Με λένε Ερημίτη" (Όμως δεν μαθαίνουν πως κατοικείς), Στράτος Μάστρας

Από το 1° δεκαήμερο
Ήρθε στη σύναξη του Πάσχα μ’ ένα σημείωμα, κίτρινο αυτοκόλλητο, από κείνα που, αν κάνει ν’ ανοίξει μια πόρτα, φυσάει καινούργια παρουσία στο δωμάτιο και πέφτουν – σαν το βλέμμα του· Θέλω κι εγώ να προβιβάσω τα όνειρά μου μ’ ένα σημαιάκι γενεθλίων, κινούμενη γιορτή για όλα τα ονόματα που δεν θα ξανασυμβούν. Ορέστη, Κάιν, αδερφέ μου Κωνσταντίνε, –απ’ τις εξέδρες της Φωνής– ξέρω πώς είναι να παραιτείσαι μιας επίσκεψης και μιας ηλικίας. Κι εσύ, Πουλίκα, στα δημόσια μαιευτήρια τι συμμερίζεσαι τις άλλες μάνες. Η κύρια δυσκολία των ανθρώπων: πόνος εστί; Δεν έρχεται συχνά. Αφηρημένος, ένας φιλέρημος που θα ματαιωθεί σε γ’ πρόσωπο: διάττοντες, οι περαστικοί. Πριν από δέκα χρόνια, παραληρούσε στο χαρτί όπως το ψάρι έξω απ’ τα νερά του: Οι παράλληλες τέμνονται! επέμεινα με τη γνωστή μου απελπισία, του πεπεισμένου σε σφραγισμένο μπουκάλι, απέναντι στις χρήσιμες πρακτικές σου δηλώσεις, πως σ’ ετούτη την καθ’ όλα αξιωματική πέμπτη εποχή δεν επιτρέπονται αποκλίσεις από τις βασικές μας αξίες. Και το υποστήριζα ευθέως, σημείο προς σημείο πορευόμενοι. "Υπερβολές και ελλείψεις", μου αντέτεινες, "μην το αρνείσαι". Τι τα θες, με ποιο δικαίωμα και εις το όνομα κάποιου Nikolai Lobazevsky κι ενός Berhnard Riemann να στεριώσω την πίστη μου κι εγώ, σαφώς αποκλίνων και αποκλεισμένος ενάντια στην καθιερωμένη γεωμετρία του κόσμου. "Ο Ευκλείδης υπήρξε δικός μας άνθρωπος", μου τόνισες· "αν δεν σεβαστούμε, ως πρέπει, τους δικούς μας ανθρώπους, με τι σωσίβιο θα μας κουβαλήσει στα νερά της η ιστορία;" Δεν ξέχασα, κάποτε γράφαμε ιστορία κάτω απ’ τον ήλιο, ενώ οι άλλοι μόνο μάζευαν καρπούς (παρεμπιπτόντως, οι καρποί αποδείχτηκαν ιδιαιτέρως ωφέλιμοι, το κατάλαβες;) Θα υπομένω ο αφελής πως οι παράλληλες τέμνονται και πως καμιά ενστικτώδη πορεία διαβίωσης δεν διαρκεί επ’ άπειρον· με ποιο δικαίωμα θα απαξιώσεις εσύ και ο Ευκλείδης την ανάγκη να συναντηθούμε δυο άνθρωποι σε κάτι που δεν πρόλαβαν να επισημοποιήσουν τα βιβλία;

1 σχόλιο: