Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Η κυρία Νίτσα , του Μ. Καραγάτση

Η πρώτη μου αγάπη ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ. Αμέσως θα φανταστείτε το αιώνιο ειδύλλιο του αμούστακου εφήβου και της ώριμης γυναίκας, ή μάλλον χήρας, για να κυνηγήσω με μεγαλύτερη επιτυχία τις υπεκφυγές της φαντασίας σας.

Λοιπόν,όχι. Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ.

Η διαφορά της ηλικίας μας αυτή καθαυτή δεν θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση της ηλικίας μου, απέναντι της ηλικίας του διπλανού μου. Δεν μπορούσα όιμως να εννοήσω ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. Χωρίς άλλο έπρεπε να ζούσα πολύ καιρό, είκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω και γω...
Ας μην πάρουν οι οπαδοί της μετεμψύχωσης επιχείρημα αυτή τη χρονολογική φαντασία της ομίχλης του παιδικού μου μυαλού. Ας μην ψάξουν να βρουν ενστικτώδη υποσυνείδητα μιας γερασμένης ψυχής που έζησε, και ξαναζεί σε ένα νέο κορμί. Ήταν άγνοια της πραγματικότητας και τίποτα παραπάνω. Γιατί αν είχα ζήσει άλλοτε, εδώ και καιρό, μ'όλη την προσωρινή μεταβατική κατάσταση της ψυχής μου, θα μου'μενε κάποια ανάμνηση της χαράς της επίγειας ζωής, ώστε να μην έκανα το λάθος να ξαναγεννηθώ.

Πολλοί ίσως να βρουν ότι έιχα πρόωρο ερωτικήν ανάπτυξη. Τι πλάνη! Αισθηματική δεν αρνούμαι, μα ερωτικήν, αδύνατο. Και όμως, αν ρίχναν μια ματιά στην "Πρώτη αγάπη" του Κονδυλάκη, θα βλέπαν ότι δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο. Καθένας από την άχαρη ανατολή της ζωής του κρύβει μέσα του σε εμβρυώδη κατάσταση τη libido. Αγαπάει είτε σαν ασυνείδητος εραστής, είτε σαν σύνθετος Οιδίπους. Δεν έχει όμως το θάρρος στη δύση πια του βίου του να απλώσει μπροστά στον κόσμο τις πρώτες χλιαρές αχτίνες του ήλιου του.
Τίποτε καινούργιο κάτω από τον ήλιο, μα πολλά κρυφά.

Ήταν ένα λευκό διάφανο ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. Μια δημιουργία της φαντασίας του Μυσσέ, και της ρομαντικής πλειάδας. Μια εικόνα του Γκρεζ, χωρίς αφέλεια όμως. Κάτι πιο σύγχρονο. Αυτή τη μορφή ίσως την βρείτε και στον Φραπιέ και στον Μπαζέν. Η Ρόζα της "Maternelle" ή η Νταβιντέ Μπιρό; Ήταν δασκάλα. Δασκάλα μου, για να εννοούμαστε.
Επήγαινα στην τρίτη του δημοτικού, σ'ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη.Δυό-τρείς ακακίες και μερικά βρωμόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Το χειμώνα το νερό της βρύσης πάγωνε, και
η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.
Η κυρία Νίτσα -αυτό ήταν το όνομα της πρώτης δασκαλικής μου αγάπης -δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ'αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα . Ο χειμώνας του κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές του Ολύμπου παγερός και κοκαλιάζει τους βόλους στα χωράφια της εριβώλακος Θεσσαλίας.
Η τάξη μας είναι ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοι μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δεν θα'ρχόταν ηκυρία".
Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν αμπάριζα. Ύστερα η "κυρία" διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο και θα ενοχλούσαν τις "μεγάλες". Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.
Θα πηγαίναμε στον σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Από κει θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη-είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη "Μαγούλα", την Ορμάν μαγούλα, όπυ θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.
Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζουμαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη "θα" πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και στύλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.

Θα μου πείτε, πως θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής.Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γιομάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά , ώστε να μην μπορούν ν'ανακατευτούν με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής . Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ-ζάγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε. Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού.
Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλον άνθρωπο, αλλιώτικο από σάς, ξένο, ένα φίλο ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φράνς δεν είναι ο "Μικρός Πέτρος". Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ'όνομά του. Είναι σαν μιά πνοή καθαρού αέρα, ή σαν μια πρέζα κοκαϊνης.

Το μάθημα της κυρίας Νίτσας είναι ιεροτελεστία. Η αδυναμία του εύθραστου αυτού αναιμικού κοριτσιού είχε πάνω μας μιαν επιβολή μεγαλύτερη από μια πελώρια μυϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της.
Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο της παιδικής ψυχής μου, βγάνω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτή τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού και femme fatale. Είτε μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είτε στο φως ενός καλοκαιριάτικου δειλινού, είχε μια πελώρια χάρη και μια άδολη, άθελη γοητεία.
Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση της νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα, είτε τώρα τις ζω είναι το ίδιο.

Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλέ τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της.

Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ'όλη την χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόσαντε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Που ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δεν μας κοιτάει; Μας ξέχασε;
Το λευκό κεφάλι σηκώνεται. Με είδε, με κοιτάει. Τα μαλλιά της είναι πιο κοντά παρά ποτέ.
-Τι είναι, Γιαννάκη;
Τι είναι; Μα είναι τόσο πολλά πράματα μυστηριώδη για τη μικρή ψυχή μας, που έπρεπε να τα είχες καταλάβει, αέρινη μικρή δασκάλα. Μέσα στο κάθε παιδί κρύβεται ένας άντρας, ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι, όπως ο όμορφος λοχαγός, παραδείγματος χάριν, που περνάει με τ'άλογο του τέσσερις φορές την ημέρα, κάτω από το παράθυρο της τάξης. Αυτόν τον κρυμμένο παιδικόν άντρα, έπρεπε να τον είχες ανακαλύψει, έπρεπε να τον είχες δαμάσει με την γυναικεία τέχνη σου. Μα δεν είχες καιρό. Τον δικό σου άντρα, τον ώριμο άντρα, τον ανακάλυψες, και αν δεν δάμασες αυτόν, δάμασες χωρίς άλλο το άλογό του, γιατί δεν εξηγιέται αλλιώς πως στεκόταν πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, σκάβοντας με το πόδι τη γη και χλιμιντρώντας.
Εξέχασες τελείως τα παιδιά σου, κακή κυρία Νίτσα.
Η φωνή μου όταν της απαντούσα ήταν κλαψιάρικη.
- Δεν μπορώ να κάνω το ψι...
Το ψι. Ο τύραννος του νεοφώτιστου μαθητή. Ο τρόμος της καλλιγραφίας. Το χεράκι μπερδεύεται και τρέμει όταν αρχίζει να χαράζει το μεγάλο κόμπο, το γόρδιο αυτό δεσμό του ελληνικού αλφαβήτου.
Ένα χαμόγελο γιομάτο καλοσύνη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της. Τα μεναξεδένια μάτια στάζουν μέλι. Κατεβαίνει από την έδρα. Κάθεται κοντά μου στην άκρη του θρανίου. Από το κλειστό γιακά της βγαίνει μια μυρουδιά γυναίκας, απροσδιόριστη ακόμη για την αναίσθητη όσφρησή μου, μα αρκετά μυστηριώδης και ευχάριστη από τότε. Το μακρύ κορμί της ακουμπάει απάνω μου. Η ελαστική της σάρκα αποτυπώνεται καλά στη μνήμη μου, μ΄ένα αίσθημα περίεργο, συγγενές προς την ηδονή. Έχω λόγους να νομίζω ότι αυτή είναι η ηδονή σε εμβρυώδη κατάσταση.
Τα μακριά κέρινα δάχτυλά της παίρνουν στη θερμή μυρωμένη λαβή τους το ανήξερο παιδικό μου χέρι. Και με οδηγούσε στο δαίδαλο του ψι, σωστή διανόηση αυτή, εμένα αγράμματο παιδί , όπως μια μεστή γυναίκα τον ανήξερο έφηβο στο λαβύρινθο του έρωτα.

Συλλογιέμαι καμιά φορά εκείνη τη γυναίκα που, εδώ και χρόνια τώρα, για λίγες δραχμές, ανέλαβε να μου δείξει το ασανσέρ που ανεβαίνει στον έβδομο ουρανό της αγάπης. Κανένα καινούργιο συναίσθημα. Είμαι βέβαιος πως το ρόλο που έπαιξε αυτή ρεαλιστικότερα, τον ντεμπουτάρισε σε μένα η κυρία Νίτσα, με έναν ασυναίσθητο ρομαντισμό, για να λέμε την αλήθεια. Γιατί το φτωχό κορίτσι δεν μπορούσε να ξέρει τις απόκρυφες γωνιές της ψυχής των μαθητών της.
Κάθε γνωστού πράματος την πρώτη γνώση πρέπει να την ζητάμε πίσω, στις πιο μακρινές εποχές της ζωής μας. Εκείνο που μόλις σήμερα γνωρίσαμε, το είχαμε δει και άλλοτε. Πότε; Αυτό είναι μυστήριο. Κάτω από μια από τις άπειρες μορφές του, κάποτε θα έπεσε στην αχτίνα των αισθήσεών μας. Ίσως σε κάποια εποχή τόσο περασμένη και ξεχασμένη, ώστε η φαντασία μας να την βάζει σε μια χρονολογία πιο μακρινή από τη γεννησή μας. Και λέω η φαντασία μας, για να μην πάρουν επιχείρημα οι οπαδοί της μετεμψυχώσεως για να στηρίξουν τις αβέβαιες επιστήμες τους. Όχι, δεν τους το επιτρέπω.

Το τέλος το ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στην μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γεμάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά από την καρδιά μου.

Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε το λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλεια δεν τάραξε την ψυχή μου. 'Ημουν από τότε πολιτισμένος. Την βλέπω σήμερα συχνά. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μας έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο της μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρια κινήματα. Ζει ευτυχισμένη, και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δεν μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη...
Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια.

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Φαίδρα By: Nick Takolas

Πείτε μου λοιπόν….

-Τι θέλετε να σας πω; Αν μου άρεσε; Υπέροχο ήταν…
-Όχι, δεν ρώτησα γι’ αυτό… Γιατί με κοιτούσατε σαν μαγνητισμένος στο μπαρ. Ξέρω ότι δεν μετράω τόσο για έναν πιο νέο από μένα άντρα. Μη φοβάστε… Η αυτοπεποίθηση μου είναι υγιής…

Φορούσε μόνο μια ξεκούμπωτη πουκαμίσα, που δεν έκρυβε πολλά. Είχε περάσει τα εξήντα, μα ήταν σίγουρα πανέμορφη και γοητευτική γυναίκα. Το πρόσωπο της ήταν φωτεινό κι αρχοντικό. Το σώμα της είχε τα χνάρια της ηλικίας και ίσως κάποια λίγα παραπανίσια κιλά, μα ήταν ιδιαίτερα ποθητή και ερωτική. Μόλις το έζησα άλλωστε… Καθόμουνα στο κρεβάτι και την κοίταζα ονειροπόλα. Εκείνη καθόταν σε μια πολυθρόνα μπροστά στο τραπέζι, πίνοντας γουλιές καφέ, ξεφυσώντας τον καπνό ενός τσιγάρου. Χαμογέλασα μέσα μου. Νεαρός λοιπόν, ετών πενήντα. Έπιασε το χαμόγελο μου και ξαναρώτησε.

-Θα μου πείτε; Μούκανε εντύπωση ότι με κοιτάζατε έντονα, ενώ δεν ξέρατε ότι σας έβλεπα σε καθρέφτη… Ακόμα πιο κολακευτικό.
-Είστε παντρεμένη; … ψέλισσα…

-Παντρεύτηκα, έχω παιδιά, χώρισα. Ξαναπαντρεύτηκα. Δε μου βγήκε.. Έχτισα λοιπόν δικό μου κόσμο. Εσείς;
-Πού ζήσατε;
-Παντού θάλεγα. Πολλές πόλεις, λίγο στο εξωτερικό. Έζησα όμορφα. Πιστεύω πως και τώρα ζω καλά, αν και μόνη.
-Και στην ανάγκη; Ψωνίζεστε στα μπαρ;

Η αγενής ερώτηση μου δεν είχε σκοπό να τη θίξει, αλλά να εμποδίσει δικές της ερωτήσεις σε μένα. Ένιωθα ένα μικρό πανικό, έπρεπε να κρύψω τη δική μου μεριά. Δεν πτοήθηκε. Με κοίταξε μόνο, λίγο πιο έντονα…

-Όχι, βολεύομαι με φίλους. Έχω ανοιχτό κύκλο. Νομίζω ότι κατατρόπωσα την κακή μοναξιά και κέρδισα την καλή. Την έχεις ανάγκη όταν μεγαλώνεις…
-Φίλους, ποιος μπορεί να στηριχτεί μακροχρόνια σε φίλους;
- Με έσωσε το γεγονός πως όλη μου τη ζωή έκτιζα ειλικρινείς και βαθιές σχέσεις. Έστω ανοιχτές...Όσο για το χρόνο μου, έχω πολλά γεμίσματα.

Φαινόταν πράγματι να το παλεύει. Η ράχη της ήταν ολόισια και στητή. Οι αναλογίες της συμμετρικές με μικροψεγάδια. Και μια απόλυτη γαλήνη. Συμφιλιωμένη με τον εαυτό της, ψύχραιμη.

-Στο μπαρ σταμάτησα τυχαία. Είχα βαρεθεί στην αγορά. Δεν λέω όχι και σε περιπετειούλες, όταν μιλάει το κοριτσάκι μέσα μου…
-Ήμουνα τυχερός δηλαδή

-Όχι, τίποτα δεν θα γινόταν αν δε σας «τσάκωνα στα πράσα», να με κοιτάτε σαν να είδατε τη Μονρόε ή τον εξαπωδώ. Μου κινήσατε την περιέργεια. Ποιο είναι το μυστικό; Σας θυμίζω κάτι;
- Η σπάνια αύρα σας. Μελαγχολική, όμορφη, έμπειρη σίγουρα, όλα μαζί.
-Θα μπορούσατε να με ερωτευτείτε κιόλας, έτσι που τα λέτε. Χα, χα. Πλάκα έχει, μα δεν είναι αληθινό. Θα ξανασυναντηθούμε;
-Πιθανόν, ψέλισσα. Ανταλλάξαμε κάποια τηλέφωνα κι έφυγα.

Βγήκα βιαστικά, με το ωκεάνιο χταπόδι να μου σφίγγει ακόμα το μυαλό.

-Ναι, μπόρεσα να σας ερωτευτώ Φαίδρα, κυρία Φαίδρα. Τότε που μας διαβάζατε κατακόκκινη από αμηχανία, για το χρυσό δίχτυ του Ήφαιστου, που έπιασε στα πράσα την Αφροδίτη με τον Άρη στη ραψωδία της Ιλιάδας, μέσα σε γελάκια και ψιλοσφυρίγματα πενήντα αρσενικών μικροδιάβολων. Γυμνάσιο Αρρένων - Δευτέρα τάξη μιας ξεχασμένης κωμόπολης. Η μισή τάξη ερωτευμένη μαζί σας.

Σηκώθηκα όρθιος, πιο ερωτευμένος ίσως απ’ όλους και ζήτησα να διακοπεί η ανάγνωση για να γλυτώσετε, συγκεντρώνοντας τα πυρά των πάντων. «Σκάσε, ρε ηλίθιε. Φτιάχνεται, δεν τη βλέπεις;». Συνεχίσατε την ανάγνωση αναστατωμένη. Κράτησε ο μονόλογος έρωτας τη μισή μου εφηβεία. Ήσασταν εσείς η θεά της ομορφιάς, ξεχωριστή Αφροδίτη, το τιμαλφές της κρύας και μίζερης πόλης μας, στην καταχνιά της χούντας…

Άρχισα να τρέχω, προς το σπίτι μου. Δεν με χωρούσαν τα ταξί και τα αστικά. Ποιος ξέρει πόση ώρα…Φτάνοντας έκανα σιγά, πολύ σιγά για να μην ξυπνήσω κανένα…



Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Αφροδίτη Λυμπέρη, Κοινωνιολογική προσέγγιση ενός περιθωριακού ουράνιου τόξου.

Αυτά τα χρώματα δεν έπρεπε να βρεθούν ποτέ μαζί.Μιλώ για τους μπλε ανθρώπους,τους ενοχικά ξάστερους, αυτούς που άγονται και φέρονται από έναν δυνάστη Ήλιο.Για τα πράσινα συναισθήματα, που τα τσαλαπατούν οι περαστικοί, παρά το ''αγαπάμε και φροντίζουμε το πράσινο'', που φέρουν ως σφραγίδα γνησιότητας.Για τα κιτρινισμένα όνειρα, τα φυλαγμένα από χρόνια στο μπαούλο, που η γεροντοκόρη θα τα κληροδοτήσει άνευ λόγου στην παρακείμενη ενορία.Για τα πορτοκαλί σπάνια ζώα, που αρέσκονται σε μεταμφιέσεις καλοκαιρινών φρούτων για να μπαίνουν σωρηδόν στα σπίτια, ξεχνώντας πως τα μεσάνυχτα από συνήθεια δαγκώνουν.Για τα κόκκινα λουλούδια, αυτά που προσδοκούν ανάσταση νεκρών και σεπτή ταφή σε τάφο του μέλλοντος αιώνος.Μιλώ για σένα.Μιλώ για μένα.Σ'αυτήν την συνάντηση, μόνο η περιέργεια τελικά θα αρθρώσει λόγο.Όλοι εμείς οι παρευρισκόμενοι, θα βαφτιστούμε ξανά στο όνομα του φάσματος και της δύσης και του πεπερασμένου, που ποτέ δε περατώθηκε.Θα ζητήσουμε κάθαρση και αθανασία.Θα βρεθούμε και πάλι μαζί.Στον συννεφιασμένο αττικό ουρανό και κάνοντας έρωτα θα εννωθούμε.Για τα υπόλοιπα αρμόδια ορίζεται η μετεωρολογία.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Γεύσις Από Ξύλο, του Χ2

Το ερπετό ήταν πρώτον παραλογοτέχνης και δεύτερον από χωρίον πλησίον της ωραίας πόλεως του Βόλου. Και γύρισε επί έτη πολλά την αγορά και πολλά υποσχέθηκε, ότι τον έναν θα τον κάνει πρύτανη του Πανεπιστημίου με το οποίο συνεργάζεται, τον άλλον διευθυντή του Κέντρου Υψηλής Τέχνης που είχε ήδη στα σκαριά και έτζι ετσίμπαγε κανένα φράγκο από τους αφελείς, ήγουν τον εκερνούσανε κανένα καϊφέ. Ήρθε καιρός όμως που οι άνθρωποι φανερώθηκαν δύσπιστοι και τούτος έγινε αποσυνάγωγος, και μετά ταύτα εφθόνησε βιβλίον εις βιτρίνα παλαιοπωλείου πέριξ της Ομονοίας, αμή δεν είχε χρήματα να το αγοράσει. Το λοιπόν εστάθηκε έμπροσθεν της βιτρίνας αναλογιζόμενος, είτα τον είλκυσε το εντός αγοράζοντας έτερον βιβλιαράκιον πολλά φθηνότερον. Και όλα επροχωρούσανε καλώς, έως ότου ο καταστηματάρχης παρατήρησε ότι το σπάνιο βιβλίο της βιτρίνας έλειπε. Και είπε στον πολλά βαρύ πελάτη του ότι "μέχρι που μπήκες εσύ, εκεί ήντουνε το βιβλίο και τώρα δεν υπάρχει. Ρίξτο πίσω για να τελειώνει εδώ η ιστορία". Και ο πελάτης πήρε να διαμαρτύρεται ότι όχι εγώ δεν είμαι έτζι, και αδίκως με κατηγοράς, και από κουβέντα σε κουβέντα τραβάει κάποτε το περί ου ο λόγος κτήμα έξω από την τσάντα του και του το πετάει στα μούτρα φωνάζοντας "πάρε κι εσύ το κωλοβιβλίο σου. Είκοσι ευρώ το είχες, σιγά μην αξίζει τόσα". Και για το τι επακολούθησε δεν έχω λέξεις, παρά μόνο μια περιγραφή του Μάριου Μαρκίδη "πάταγος ύστερον γκρεμίσματος και κατρακύλα και γδούποι, γδούποι μουντοί και ω λύπη δια την παράβασιν και ω πικρότατη γεύσις τόσης τιμωρίας", ήγουν ξύλο, ξύλο πολύ αδελφοί από την Ομόνοια μέχρι τη Σόλωνος. "Ότι η βασιλική τράπεζα θέλει και βασιλικούς υπηρέτας και η έπαρσις τζακίζεται"...

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

ΦΙΝΤΕΛ , από τη Θέμιδα

Φιντέλ θα πει πιστός, στα Ισπανικά. Δε ψήνομαι. Γάτα και πιστή δε παίζει. Πιστοί είναι μόνο οι σκύλοι. Εγώ σκύλο ήθελα, αλλά δεν έκατσε.

Άσε που η οικογένεια δουλεύει το σύμπαν. Τ' όνομα αυτού του γέρου με το πηλίκιο και τα ξεθωριασμένα γένια ήθελαν να βγάλουν, και πετάνε αυτό με το πιστός για ξεκάρφωμα.

Εντάξει, δε μου φταίει σε τίποτα το γατάκι. Μια χαρά είναι, και ξύπνιο, για γάτα. Καμία σχέση όμως με σκύλο. Άλλη φάση. Ο σκύλος είναι κολλητός.

Χαμπάρι δε παίρνει η μάνα μου. Εκεί, με το ποίημα της, να μου τα πρήζει. "Το σκυλί θέλει φροντίδα, βόλτες, έχει ευθύνες. Κι εσείς είστε ανεύθυνοι, ανώριμοι, βαριέστε που ζείτε".

Βασικά βαριέμαι να την ακούω. Βαριέμαι τρελά, δηλαδή. Μιλάει, μιλάει και λέει τα ίδια, συνέχεια. Βαρετή, του χαμού. Της τη λέω, βέβαια. Μου τη λέει και κείνη, και μερικές φορές γίνεται… ο χαμός του χαμού.

Εντάξει, δε λέω ότι είναι για πέταμα. Καλά, μαγείρισσα, δε παίζεται. Πρώτη, μιλάμε. Άπαιχτο παστίτσιο, και κάτι μπισκότα… Κορυφαία. Με σοκολάτα και φουντούκια. Όποτε πάω τέτοια στο σχολείο γίνεται κόλαση.

Και για τις γάτες μαγειρεύει. Φαγητά, κανονικά. Τους ψήνει σαρδέλες, ρύζι με κοτόπουλο, τέτοια. Μιλάμε, την έχει βρει με τις γάτες. Τα δίνει όλα. Μας έχει κουφάνει.

Εντάξει, καλές είναι. Η μικρή, δε ξέρω, δε τρελαίνομαι για τα θηλυκά. Κι αυτή είναι τσαμπουκαλεμένη, με το ζόρι τη χαϊδεύεις, και μόνο όταν κοιμάται. Μόνο τη μάνα μου αφήνει. Τρελή.

Όταν τη βρήκαμε ήταν απίστευτα μικροσκοπική. Έτρεμε συνέχεια. Την είχαν γδάρει, δαγκώσει, ούτε ξέρω. Είχε μια τεράστια πληγή, αλλά της πέρασε. Την είχαμε στο δωμάτιό μας. Ένα μήνα τη ταΐζαμε με το μπιμπερό. Σπάσιμο. Γυναίκα, σπαστική.

Ο Φιντέλ, καμία σχέση. Μάγκας. Στο Ρέντη τον βρήκε ο αδερφός μου. Έξω από το αντιρατσιστικό. Έτρεχε ανάμεσα στ' αυτοκίνητα. Όταν τον έφερε στο σπίτι, έγινε της πουτάνας. Έπαθε αμόκ η μάνα μου. Ούτε κι εγώ πολυγουστάρισα, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω σκύλο άμα κρατούσαμε το γάτο.

Εντάξει, δε τρελαινόμουνα. Αλλά όταν πήγαν να τον ευνουχίσουν, τα πήρα. Καλά, η μάνα μου έλεγε κάτι τελείως κουφά. Ότι αφού τον είχε χρεωθεί, είχε την ευθύνη για τη ζωή του, και κάτι τέτοια κουλά. Της είχε κάτσει ότι θα τον πατούσε αυτοκίνητο επειδή έφευγε συνέχεια για να βρει γάτες. Κι είχε ψήσει και τον αδερφό μου. Θελαν να του κόψουν τα παπάρια του, οι τρελοί. Εννοείται ότι δεν τους άφησα. Παίξαμε μπουνιές με τον αδερφό μου. Χαμπάρι δεν είχε πάρει, ο ηλίθιος. Άντρας χωρίς παπάρια. Καταδίκη. Τους είπα ότι είναι προτιμότερο να τον πατήσει αυτοκίνητο, στην τελική. Αφού αυτή είναι η φύση του. Να το σκάει, και να πηγαίνει με τις γάτες.

Και μετά ο τύπος έκανε κάτι τελείως κουφό. Ερχόταν κάθε βράδυ και κοιμόταν στο κρεβάτι μου. Σιγά μην είχε καταλάβει τι είχε γίνει. Εντάξει, δε ξέρω. Λέμε τώρα.

Και το πιο κορυφαίο που κάνει, είναι όταν έρχονται οι φίλες της μάνας μου και πέφτουν πάνω του να τον χαϊδέψουν. Ο τύπος σηκώνεται και φεύγει! Τα παίζει, με τις τρελές. Καλά ξηγιέται. Είναι φευγάτες οι γάτες.

Η μικρή είναι τώρα έγκυος απ' το Φιντέλ. Άμα γεννήσει, θα εκπαιδεύσω ένα μωρό για πάρτη μου. Σα σκύλο. Γατόσκυλο φευγάτο. Άπαιχτο.



Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Ο Πράσινος Λόφος, της Εγώ, η Μαίρη

Μετά από δυό μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, ο ερευνητής διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το ποτάμι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε ένας μικρός ξύλινος φράχτης. Μια μπρούτζινη χαμηλή πορτούλα τον καλούσε να μπεί. Ξαφνικά αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία να ξαποστάσει λίγο σ' εκείνο το μέρος. Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες εδώ κι εκεί ανάμεσα στα δέντρα. Άφησε το βλέμμα του να ξεκουραστεί σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. ...Και τότε ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια από τις πέτρες:

Αμπντούλ Ταρέγκ
Έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες,
2 εβδομάδες και 3 ημέρες

Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας πως εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλά μια πέτρα αλλά μια ταφόπλακα. Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ' εκείνο το μέρος. Κοιτάζοντας γύρω του είδε πως κι η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει.

Γιαμίρ Καλίμπ
Έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες
και 3 εβδομάδες

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο λοιπόν, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος. Μία μία άρχισε να διαβάζει τις πλάκες. Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.
Αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση πως ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιό πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια... Νικημένος από την αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κάτω κι άρχισε να κλαίει.

Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από κεί τον πλησίασε και τον κοίταξε για λίγο σιωπηλός. Μετά από λίγο τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή του. "Όχι, για κανέναν συγγενή" είπε ο ερευνητής "Μα τί συμβαίνει σ' αυτό το χωριό; Τί φοβερό πράγμα έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ' αυτό το μέρος; Ποιά τρομερή κατάρα έπεσε πάνω σ' αυτούς τους ανθρώπους και τους υποχρέωσε να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά;" Ο ηλικιωμένος φύλακας χαμογέλασε και του είπε:
"Μπορείτε να ηρεμήσετε κύριε. Δεν υπάρχει καμιά κατάρα. Αυτό που συμβαίνει στο χωριό είναι ότι εδώ και πολλά χρόνια έχουμε ένα παλιό έθιμο... Όταν κάποιος νέος συμπληρώσει τα 15 του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό του. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει: Στ' αριστερά αυτό που απόλαυσε. Στα δεξιά το χρόνο που κράτησε η απόλαυση. Έστω πως γνώρισε κάποια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε αυτό το μεγάλο πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μιά εβδομάδα; Δύο; Τρείς και μισή; Μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση εκείνου του πρώτου φιλιού. Πόσο κράτησε; Μόνο όσο η διάρκεια του φιλιού; Δυό μέρες; Μιά εβδομάδα; Ο γάμος; Μόνο όσο η διάρκεια της τελετής κράτησε η απόλαυση; Κι ύστερα η εγκυμοσύνη, η γέννηση του πρώτου παιδιού;Ο γάμος των φίλων, των αδελφών του;
Το ταξίδι που πάντα ήθελε να κάνει και τα κατάφερε; Η συνάντηση με τον φίλο που γυρνά από μιά μακρινή χώρα; Πόσο άραγε κράτησε στ' αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
Ώρες; Μέρες; Έτσι συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο μας κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε πραγματικά... Κάθε λεπτό.
Όταν κάποιος πεθάνει λοιπόν, ανοίγουμε το τετράδιο του και αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του.

Γιατί αυτός είναι για 'μας Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ."

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Ο Παναγιώτης, του χ.ζ., από την Τορπίλα


Ο Παναγιώτης είναι ένας Έλληνας μετανάστης στο εξωτερικό. Κάθε πρωί παίρνει την άσπρη Μερσεντέ και πάει στο μαγαζί του, 300 μέτρα πιο κάτω. Είναι λαϊκός τύπος, και ίσως ο καλύτερος Έλληνας μάγειρας στην πόλη. Tου αρέσει πολύ η ελληνική μουσική, ξέρει αμέτρητα τραγούδια απέξω. Α, και το ποτό. Μόνο που μετά από ένα σπάσιμο αγγείου ο γιατρός του ΄πε να το κόψει, οπότε τώρα μερακλώνει στεγνός. Στο μαγαζί του συχνάζουν διάφοροι τύποι, λαϊκοί και μορφωμένοι. Οι συζητήσεις γυροφέρνουν εννιά στις δέκα στα πολιτικά, κυρίως της Ελλάδας, και ο Παναγιώτης, όταν αργά πια έχει αρθεί το απαγορευτικό, είναι συνηθισμένο μεθυσμένος να βρίσει κάναν πελάτη, ή και όλους μαζί. Αυτοί ευχαρίστως του ανταποδίδουν τις βρισιές και το άλλο βράδυ ξανάρχονται. Το βιογραφικό του περιλαμβάνει μια θητεία σαν αρχιμάγειρας σε ξενοδοχείο σαράντα αστέρων στο Ντουμπάι, κάμ- ποσα χρονάκια καραβόγατος στον Ατλαντικό, έναν ξεχασμένο γιο στη Βραζιλία, περιπέτειες με όργανα της τάξης στην Αθήνα, αμέτρητα κλεισμένα κι ανοιγμένα μαγαζιά, σε Ελλάδα κι εξωτερικό. Καμιά φορά όμως πρέπει να πω πως λίγο με μπερδεύει, γιατί κάποτε αποκάλεσε τη χούντα «Επανάσταση». Μιαν άλλη
φορά είπε ότι οι Πομάκοι είναι εχθροί της Ελλάδας και δε μπόρεσα να καταλάβω το γιατί. Δε συμπαθεί τα όργανα της τάξης αλλά γκρινιάζει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει τάξη. Κατηγορεί τους πολιτικούς σαν τα χειρότερα αποβράσματα και μετά λέει πως ο Αντρέας ήταν μεγάλη προσωπικότητα. Βέβαια, όπως είπα και στην αρχή, είναι 100% λαϊκός τύπος. Έτσι λοιπόν, όταν προχτές που έπαιζα μπουζούκι είπε στους διπλανούς που έβριζαν δυνατά τους Τούρκους να το βουλώσουν με τα ρατσιστικά γιατί μόνο η μουσική έχει επιτέλους νόημα, αποφάσισα πως δεν είναι κακός άνθρωπος, και θα εξακολουθήσω όποτε μπορώ να πηγαίνω στο μαγαζί του.

Το βιβλίο υπάρχει εδώ