Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Πότε σταμάτησα να παίρνω το αστικό, The Motorcycle boy

Συνήθιζα να πηγαινοέρχομαι μ΄αυτό, στη δουλειά κυρίως αλλά και για κάνα σινεμά 8 με 10 καλό ήτανε. Ένα πρώην μπλε αστικό λεωφορείο που με εμφανιζόταν από μια εποχή και δώθε ντυμένο έκπληξη. Θυμάμαι την πρώτη φορά που το πέτυχα με διαφήμιση, καφέ χωμάτινο συν κάτι ζωγραφισμένα βράχια και μια γκόμενα με σπασμένα κουμπιά να ξεχειλίζει το μπούστο της στον ώμο του παλικαράκη. Φυσικά ο παλικαράκης δεν ασχολιόταν με την ξώβυζη, επειδή το είχε πιάσει το νόημα –κατάλληλη κάτω των 13 η ταινία, άρα δεν επρόκειτο ν’ αρτυθεί σε αυτή τη φάση. Αν όμως γινόταν επιτυχία η ταινία και γυριζόταν σίκουελ, μπορεί και να του καθόταν η γκόμενα εκτός πλατό –γι΄αυτό ο παλικαράκης την είχε αρκούντως φτυσμένη στην πλαϊνή πλευρά του λεωφορείου και κοίταζε ίσα απέναντι στον αόρατο κίνδυνο ή ίσως τον σκηνοθέτη -ποιος ξέρει;

Στο αστικό λεωφορείο δεν ήμουνα μόνος μου, δηλαδή μόνος μου ήμουν –όλοι μόνοι μας είμαστε στη ζωή, «γεννιόμαστε μέσα στα δάκρυα και πεθαίνουμε μέσα στους πόνους/ κι αυτό είναι το όριό μας» που λέει κι ο Σερ Μπομπ, αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Όταν λέω οτι δεν ήμουνα μόνος εννοώ οτι μπορεί να μην αντάλλασσα ούτε στραβοκοίταγμα με τους υπόλοιπους επιβάτες –όμως μόνος δεν ήμουνα. Με το που στάθμευε το λεωφορείο χωνόμουν, πριν καλά αδειάσει, για να πιάσω τη θέση στην προτελευταία σειρά –ακριβώς μπροστά από τις συνεχόμενες. Δίπλα μου καθόταν εκείνος.

Αν σου πω οτι κάπνιζε και μάλιστα με κέρναγε τσιγάρο –μέσα στο αστικό, άκου φίλε μου –θα με πιστέψεις; Όχι οτι μ΄ενδιαφέρει κιόλας –εντάξει; Καθόταν με την ναυτική του πατατούκα, χρώματος νέιβι μπλου φυσικά, τσάκιζε ένα σκληρό πακέτο Πλέιερς Σπέσιαλ και μου πρότεινε ν΄ανάψω με τον ασημένιο του Ρόνσον σε σχήμα προφυλακτήρα Κάντιλακ.

«Λοιπόν; Τι παίζει;» ρώταγε κάθε φορά με στραβό χαμόγελο.

«Μαλακίες», ξεκίναγα εγώ δήθεν μπλαζέ. Και μετά του έλεγα τα τελευταία νέα –κάποια γκόμενα φαινομενικά εύκολη, κάποιος φίλος φαινομενικά φευγάτος, κάποιος προϊστάμενος φαινομενικά ηλίθιος. Με άκουγε προσεκτικά, ήμουν όμως σίγουρος πως άλλα σκεφτόταν. Τα δικά του.

«Πες μου τα δικά σου τώρα», ζητούσα.

«Δεν υπάρχουν δικά μου, δεν μου έχουν μείνει και πολλά..... γενικότερα.... ξέρεις...» κόμπιαζε.

Αυτό γινόταν κάθε φορά σε ένα συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής –εκεί που οι αξιολύπητα γυμνές κούκλες των μαγαζιών μάς κοιτούσαν πρόστυχα από τις βιτρίνες, δεν κατάλαβα ποτέ ποιος αποφασίζει ν΄αφήσει αυτές τις κούκλες τόσο γυμνές, εντάξει δεν φοράνε ρούχα, αλλά να μη φοράνε ούτε τις περούκες τους; Ποιος προσπαθεί να τιμωρήσει την προστυχιά; Ποιος μας εμποδίζει να ονειρευτούμε βρώμικα; Παρακάτω.

«Για πόσο θα συνεχίσεις να κρύβεσαι;» τον ρωτούσα.

«Δεν κρύβομαι, πώς σου πέρασε.... Κρύβονται όσοι έχουν ήδη φανερωθεί», μου εξηγούσε.

«Εντάξει –κι εσύ, δεν μπορείς να πεις οτι είσαι απαρατήρητος...»

«Θαμμένος», το έλεγε αυτό κουνώντας το κεφάλι, μετά κοίταζε έξω από το τζάμι του λεωφορείου, μασούλαγε ανύπαρκτα κομματάκια καπνού από το (εδώ που τα λέμε) ανύπαρκτο τσιγάρο κι έκανε στο πλάι να φτύσει, μετά καταλάβαινε οτι δεν υπήρχε εύκαιρο μέρος. Για φτύσιμο.

«Θαμμένος», αναλογιζόμουν. «Και ποιος στο έκανε αυτό;»

«Ποιος το έκανε, γιατί το έκανε... τι τα ψάχνεις τώρα; Μπορεί και ν’ανέβηκε από μόνο του το χώμα μέχρι που μ΄έπνιξε, ίσως κι εγώ να έσκαψα πριν κατέβω στο λάκκο μου...»

«Δεν βγαίνει άκρη έτσι!» εκνευριζόμουν.

«Ενώ θα έπρεπε, έτσι;» γελούσε.

«Αλλιώς –ποιο το νόημα;» αναρωτιόμουν ψιθυριστά.

«Έλα ντε! Βρέστο και πάρτο!» πανηγύριζε όσο σηκωνόταν.

Συνήθως έπαιρνε τη θέση του κάποια χοντρή που αγκομαχούσε, τον έβλεπα να τραβιέται παραδίπλα ενοχλημένος –ίσως και ελαφρά αηδιασμένος.

«Κάτσε λίγο...» έλεγα.

«Δεν γίνεται –εδώ είναι η στάση μου, κατεβαίνω», μου απαντούσε. «Άλλωστε δεν τη μπορώ την πολυκοσμία...»

Μετά γλιστρούσε σα φίδι ανάμεσα στους επιβάτες και εξαφανιζόταν από την ανοιχτή πόρτα του λεωφορείου –είχα παρατηρήσει οτι μονίμως έβρεχε όταν άφηνε το λεωφορείο. Έβρεχε μέσα –έξω. Και σύννεφα.

Άκουσα κάποια μέρα οτι οι άσπροι τον στρώσανε κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα και του βγάλανε την καρδιά, δήθεν να τη ρυθμίσουν, μετά δεν ξέρανε τι να την κάνουν –την ξαναβάλανε μέσα στο στήθος του τσαπατσούλικα και τον ράψανε για να είναι ευπρεπής στην κηδεία του. Έτσι άκουσα.

Στην κηδεία του δεν πήγα –άσε που σταμάτησα κιόλας να παίρνω το αστικό.


5 σχόλια:

  1. Ξέχασα να σημειώσω σε ποιον είναι αφιερωμένο.

    Στον Ν.Ν. λοιπόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μικροκείμενα είπαμε όχι σιδηρόδρομο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. 700 λέξεις μου παράγγειλε το αφεντικό, κάτι λιγότερο έστειλα!

    Υ.Γ.: Για την ακρίβεια, τώρα που το μέτρησα (έξω ο τίτλος) είναι 666 λέξεις! Σημαίνει κάτι αυτό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πο ρε Motorcycle Boy, βρέθηκα εδώ τυχαία, πόσο το απόλαυσα αυτό το 666ρικο γραπτό σου!! ...ε σιγά μην είναι ακριβώς τόσες,, γουέιτ να το επαληθεύσω

    ΑπάντησηΔιαγραφή